ξηροβατικός


ξηροβατικός
-ή, -ό (Α ξηροβατικός, -ή, -όν)
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ξηροβατικά
ζωολ. παλαιότερη ονομασία τών ωδικών πτηνών
αρχ.
(για χερσαία ζώα) αυτός που έχει την ιδιότητα να βαδίζει στην ξηρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξηρός + -βατικός (< -βάτης < βαίνω), πρβλ. υγρο-βατικός. Η λ. στη Νέα Ελληνική ως επιστημονικός όρος μαρτυρείται από το 1861 στον Ηρ. Μητσόπουλο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ξηροβατικά — ξηροβατικός walking on dry ground neut nom/voc/acc pl ξηροβατικά̱ , ξηροβατικός walking on dry ground fem nom/voc/acc dual ξηροβατικά̱ , ξηροβατικός walking on dry ground fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηροβατικῶν — ξηροβατικός walking on dry ground fem gen pl ξηροβατικός walking on dry ground masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηροβατικόν — ξηροβατικός walking on dry ground masc acc sg ξηροβατικός walking on dry ground neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηρός — και ξερός, ή, ό, θηλ. και ξηρά (ΑΜ ξηρός, ά, όν, Α θηλ. και ξηρή) 1. αυτός που δεν περιέχει υγρασία, ο χωρίς νερό, στεγνός, άνυδρος (α. «ξερό ποτάμι» β. «χείμαρρους ξηροὺς ὕδατος», Αρρ.) 2. αυτός που έχει αποβάλει την ικμάδα του, τη ζωηρότητά του …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.